Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Αφήγηση

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας ,κανείς δεν ξέρει να πεί γιατί.
Κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες σαν κι αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.

Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους,ατέλειωτα χαρτιά ,παιδιά που μεγαλώνουν γυναίκες που γερνούνε δύσκολα.Αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών.
Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζει δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης.Μηχανή μιας απέραντης οδύνης που κατάντησε να μην έχει σημασία.

Άλλοι τον ακουσαν να μιλά μοναχός καθώς περνούσε για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια,για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς.
Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο,εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου πρόσωπα
ανυπόφορα από την στοργή.

Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα σαν τις ητιές στην ακροποταμιά που βλέπεις από το τρένο ξυπνώντας άσχημα κάποια συννεφιασ-μένη αυγή.

Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτα σαν όλα τα πράγμτα που έχετε συνηθίσει.Και σας μιλώ για αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα που να μην το συνηθίσατε.
Προσκυνώ।
<Γιώργος Σεφέρης>